Σκοπός ιστολογίου

Για να προβάλουμε αυτά που μας παραδόθηκαν, να θυμόμαστε αυτούς που μας τα παράδωσαν, να μην ξεχνιόμαστε, να επικοινωνούμε και να μη χανόμαστε.....

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Μαντινάδες αγάπης για αντρόγυνα

 
Όνειρα στην Αγάπη μας κάνω πολλά, μεγάλα,
μέχρι που η σκέψη σταματά, και δεν χωράει άλλα.
˜
Φονιάδες εδικάσανε για δεκαπέντε χρόνια,
μα μένα με δικάσανε να σ' αγαπώ αιώνια.
 ˜
Σ' αγάπησα, μου φαίνεται είσαι το τυχερό μου,
γιατί σε βλέπω κάθε αργά, τη νύχτα στ' όνειρό μου.
˜
Σ' αγάπησα να 'χω ζωή, μα 'γω ζωή δεν έχω,
σα κλήμα με κλαδεύουνε και κλαδεμό δεν έχω.
˜
Μέσα στα φύλα της καρδιάς, μέσα στο φυλαράκι,
εκειά 'χω την Αγάπη σου χρυσό χαμαϊλάκι.
˜
Μέσα στα φύλα της καρδιάς, μέσα στο μαύρο αίμα,
εκειά 'χω την Αγάπη σου, γραμμένη με την πέννα.
˜
Ό,τι σκεπάζει ο ουρανός, κι όπου ο ήλιος λιάζει,
έψαξα μα δεν ηύρηκα, γυναίκα να σου μοιάζει.
˜
Εγώ αγαπώ σε μάτια μου, σαν το νερό που τρέχει,
και σαν τη γη που θα το πιει και χορτασμό δεν έχει.
˜
Αν μ' αισθανθείς καμμιά βραδιά, δίπλα στην αγκαλιά σου,
η σκέψη μου έκανε φτερά και ξάπλωσε κοντά σου.
˜
Σα διαβατάρικο πουλί στου νου μου το λημέρι
εφώλεψες μια εποχή, παλιό γλυκό μου ταίρι.
˜
Ακόμα και στην έρημο, ξυπόλυτος στην άμμο,
τέτοια θυσία θα 'κανα, ταίρι μου να σε κάνω.
˜


 


 

Αινίγματα

Από κάτω στο πλακάκι
κάθεται το Νικολάκι
χέρια πόδια έχει
ουρά και κεφαλή δεν έχει.
Τι είναι;

Ο καβρός  

                        
œ œ œ œ œ œ œ

Από παέ και στα Χανιά
θωρώ τη θιά μου και γελά
και σει* τα κωλαράκια τζι
και πέφτουν τα ψειράκια τζι.
Τι είναι;

Η κνισάρα

(*σει = σείεται = κουνιέται πέρα δώθε)

 

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Κι ένα αίνιγμα για το χοχλιό


Βούϊ δεν είναι, κέρατα έχει.
Γάϊδαρος δεν είναι, σομάρι φορεί.
Γραμματικός δεν είναι, γράμματα γράφει.
Τραγουδιστής δεν είναι και όμως τραγουδεί !
Τι είναι;

Ο χοχλιός


(όταν ψήνεται στο τηγάνι τσιτσιρίζει δηλ. "τραγουδεί" ο καϋμένος)




 

Μερικές μαντινάδες για να ....ξεσκουριάνουμε

 ... μιας κι έχουμε πολύ καιρό να πούμε


Να τα χαρώ τα μάτια σου, τα μαύρα τα μεγάλα
απού σταλαματίζουνε το μέλι και το γάλα.

Άσπρη 'σαι σαν τα γάλατα κι αφράτη σαν τον άρτο
το μάγουλό σου όταν γελάς, στη μέση κάνει λάκκο.

Μάτια που εύκολα γελούν κι εύκολα πάλι κλαίνε
αυτά μ' αρέσει ν' αγαπώ, γιατί κακό δε θένε.

Μάτια και φρύδια έβλεπα και πίστευα ο καϋμένος
μα την καρδιά δεν ήξερα και βγήκα γελασμένος.

Γαρυφαλιάς γαρύφαλλο και κανελιάς κανέλλα
αγάπη που 'σαι στα μακριά, κάνε ρεμέδιο κι έλα.

Γαρύφαλλο μη μαραθείς, κοντσένα μη μαδήσεις
και σύ άσπρο γιασεμάκι μου, στα ξένα μην αργήσεις.

Το γιασεμί κλαδεύουνε, το χρόνο μιαν ημέρα
μα μένα με κλαδεύουνε, οι πόνοι κάθε μέρα.

Το γιασεμί κλαδεύουνε, την πέτρα πελεκούνε,
και μένα την αγάπη μου, πολύ (ή πολλοί?) την κυνηγούνε.

Λάμπει το προσωπάκι σου σαν τσ' εκκλησιάς το δίσκο,
ολημερνίς να σε κυττώ, ψεγάδι δε σου βρίσκω.

Σα δε σε δω δε χαίρομαι, καλή καρδιά δε κάνω
μηδ' από τ' αχειλάκι μου, μιαν εμιλιά δε βγάνω.

Να μην κυττάς την ομορφιά, τη λάμψη του προσώπου,
στο στήθος μέσα στην καρδιά, είν' η χαρά τ' ανθρώπου.

Σήμερα δεν επάτησα χώμα από τη χαρά μου,
γιατ' είδανε τα μάτια μου, 'το 'πεθυμά η καρδιά μου.



Οι σωστοί γονείς δίνουν στα παιδιά τους ρίζες
για να ξέρουν που βρίσκεται το σπίτι τους
& φτερά για να πετάξουν μακριά
(T. Solk)